Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

retaper στα ελληνικά
retaper
λέγεται
ρεταπέ
.
retaper
σημαίνει στα ελληνικά
μερεμετίζω / φτιάχνω / σουλουπώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- retaper / remplacer des lettres : επεγγράφω
- retaper : επαναπληκτρολογώ
Subscribe
0 Comments


