Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

retarder στα ελληνικά
retarder
λέγεται
ρεταρντέ
.
retarder
σημαίνει στα ελληνικά
καθυστερώ / αργοπορώ / πάω πίσω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- inhiber / retarder : ανάσχεση / επιβράδυνση
- dyspepsie / digestion retardée : δυσπεψία
- retardant / retardateur : Επιβραδυντής ανάφλεξης
- effet retardé : καθυστερημένη εκδήλωση μεταλλάξεως
- fusible retardé : επιβραδυντική μολυβδασφάλεια
- neutron différé / neutron retardé : καθυστερημένα νετρόνια
- balayage retardé : επιβραδυνόμενη σάρωση
- allumage retardé : καθυστερημένη ανάφλεξη
- variable décalée / variable retardée : μεταβλητή με χρονική υστέρηση
- cueillage retardé : αργός χρονισμός
Subscribe
0 Comments


