Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

retentissement στα ελληνικά
retentissement
λέγεται
ρεταντισμάν
.
retentissement
σημαίνει στα ελληνικά
απήχηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
