Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

réticence στα ελληνικά
réticence
λέγεται
ρετισάνς
.
réticence
σημαίνει στα ελληνικά
ενδοιασμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- réticence à la vaccination : επιφυλακτικότητα απέναντι στα εμβόλια / επιφυλακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό
Subscribe
0 Comments


