Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

revenant στα ελληνικά
revenant
λέγεται
ρεβνάν
.
revenant
σημαίνει στα ελληνικά
βρυκόλακας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- EU-SILC / Statistiques communautaires sur le revenu et les conditions de vie : EU-SILC / κοινοτικές στατιστικές για το εισόδημα και τις συνθήκες διαβίωσης
- gain / profit : απόδοση
- revenu / rapport : εισόδημα / εισόδημα
- revenir / réarmer : επαναθέτω / επανοπλίζω
- revenu : επαναφορά
- honoraires / revenu des professions libérales : αμοιβή ελεύθερου επαγγελματία / εισόδημα ελευθέρων επαγγελμάτων
- stabiliser / mettre en palier : οριζοντίωση
- revenu net / revenu disponible : καθαρό εισόδημα
- revenu mixte : μικτό εισόδημα
- PRITI / pays à revenu intermédiaire de la tranche inférieure : χώρα χαμηλότερου μέσου εισοδήματος / χώρα εισοδήματος χαμηλότερου του μέσου
Subscribe
0 Comments


