Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

revendiquer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
revendiquer
λέγεται
ρεβαντικέ
.
revendiquer
σημαίνει στα ελληνικά
διεκδικώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • tarif revendiqué : τιμολόγιο που έχει ζητηθεί / τιμολόγιο που έχει απαιτηθεί
  • itinéraire revendiqué : αιτούμενη διαδρομή / αιτούμενο δρομολόγιο
  • revendiquer la paternité de l'oeuvre : διεκδικώ την πατρότητα του έργου
  • revendication valable de l'ancienneté : έγκυρη διεκδίκηση της αρχαιότητας
  • invention revendiquée dans le second brevet : εφεύρεση που κατοχυρώνεται με το δεύτερο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
  • invention revendiquée dans le premier brevet : εφεύρεση που κατοχυρώνεται με το πρώτο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
  • ancienneté revendiquée pour la marque communautaire : αρχαιότητα διεκδικούμενη για το κοινοτικό σήμα
  • revendiquer la reconnaissance en tant que cotitulaire : αξιώνω να αποκτήσω την ιδιότητα του συνδικαιούχου
  • l'ancienneté revendiquée pour la marque communautaire s'éteint : η διεκδικούμενη για το κοινοτικό σήμα αρχαιότητα αποσβέννυται
  • lorsque plusieurs sections sont susceptibles de revendiquer la compétence : όταν την αρμοδιότητα για ένα θέμα διεκδικούν περισσότερα του ενός τμήματα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments