Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

revendiquer στα ελληνικά
revendiquer
λέγεται
ρεβαντικέ
.
revendiquer
σημαίνει στα ελληνικά
διεκδικώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tarif revendiqué : τιμολόγιο που έχει ζητηθεί / τιμολόγιο που έχει απαιτηθεί
- itinéraire revendiqué : αιτούμενη διαδρομή / αιτούμενο δρομολόγιο
- revendiquer la paternité de l'oeuvre : διεκδικώ την πατρότητα του έργου
- revendication valable de l'ancienneté : έγκυρη διεκδίκηση της αρχαιότητας
- invention revendiquée dans le second brevet : εφεύρεση που κατοχυρώνεται με το δεύτερο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- invention revendiquée dans le premier brevet : εφεύρεση που κατοχυρώνεται με το πρώτο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- ancienneté revendiquée pour la marque communautaire : αρχαιότητα διεκδικούμενη για το κοινοτικό σήμα
- revendiquer la reconnaissance en tant que cotitulaire : αξιώνω να αποκτήσω την ιδιότητα του συνδικαιούχου
- l'ancienneté revendiquée pour la marque communautaire s'éteint : η διεκδικούμενη για το κοινοτικό σήμα αρχαιότητα αποσβέννυται
- lorsque plusieurs sections sont susceptibles de revendiquer la compétence : όταν την αρμοδιότητα για ένα θέμα διεκδικούν περισσότερα του ενός τμήματα
Subscribe
0 Comments


