Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rêver στα ελληνικά
rêver
λέγεται
ρεβέ
.
rêver
σημαίνει στα ελληνικά
ονειρεύομαι / οραματίζομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- état de rêve / état crépusculaire : ονειρώδης κατάστασις / συνηθισμένη ψυχική αύρα της επιληψίας
Subscribe
0 Comments


