Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rideau στα ελληνικά
rideau
λέγεται
ριντό
.
rideau
σημαίνει στα ελληνικά
κουρτίνα / αυλαία / παραπέτασμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- rideau : παραπέτασμα θυρών
- épandage / émaillage rideau : Eπιχρωμάτισμα υαλοπίνακα
- épandeuse / machine rideau : Mηχάνημα επιχρωματίσματος υαλοπίνακα
- mur-rideau : τοιχοπέτασμα για κρεμαστή πρόσοψη
- mur rideau : αναρτημένος τοίχος
- mur rideau : εξωτερικός τοίχος μη υποστηρίξεως
- patte d'oie / rideau de suspente : παραπέτασμα αλυσοειδών
- rideau d'air : πέτασμα αέρος
- rideau d'eau / rideau coupe-feu : παραπέτασμα νερού
- rideau d'air / enceinte d'air : αεροκουρτίνα
Subscribe
0 Comments


