Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

riz στα ελληνικά
riz
λέγεται
ρι
.
riz
σημαίνει στα ελληνικά
ρύζι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- riz / riz commun : ρύζι / όρυζον
- riz : ρύζι
- riz : όρυζα/ρύζι
- saké / vin de riz : σακέ / κρασί από ρύζι
- IIRR / Institut international de recherche sur le riz : IRRI / Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ορυζα
- IRRI / Institut international de recherche sur le riz : IRRI / Διεθνές Ίδρυμα Έρευνας για το Ρύζι
- quinoa / quinua : χηνοπόδιον η κουινόα
- rizon / riz cargo : ακατέργαστο ρύζι / αναποφλοίωτο ρύζι
- rizerie / usinage du riz : εργοστάσιο επεξεργασίας ρυζιού
Subscribe
0 Comments


