Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

robinet στα ελληνικά
robinet
λέγεται
ρομπινέ
.
robinet
σημαίνει στα ελληνικά
βρύση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- robinet / robinet à liquide : δικλείδα / στρόφιγγα
- robinet : βαλβίδα
- robinet : βαλβίδα φραγμού
- robinet : φαινόμενο “βρύσης”
- purgeur / robinet de purge : βαλβίδα απόπλυσης / βαλβίδα καθαρισμού
- robinet : κρουνός
- purgeur / robinet de vidange : εκκενωτήρας / κρουνός εκκενώσεως
- vanne / robinet vanne : βάνα / υδατοφράκτης
- détendeur / robinet détendeur : εκτονωτική βαλβίδα
- détendeur / robinet détendeur : θερμοεκτονωτική βαλβίδα
Subscribe
0 Comments


