Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

roulette στα ελληνικά
roulette
λέγεται
ρουλέτ
.
roulette
σημαίνει στα ελληνικά
ρουλέτα / ροδάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- roulette : ροδάκι / ρουλέτα
- roulette : τροχίσκος
- roulette : χρυσωτήρας
- roulette / roulette pivotante : κατευθυντήριος τροχός / τροχός προσανατολισμού
- roulette : τροχός προσανατολισμού
- trolley / perche de prise de courant à roulette : ηλεκτρολήπτης τρόλλεϋ
- peigne / roulette d'assemblage : Περιστρεφόματος δίσκος πιασίματος γυαλιού
- roue tasseuse / roue de pression : τροχός πίεσης
- roue de jauge / roue de sillon : τροχός ρύθμισης του βάθους άροσης
- porte-roulette : Kοφτάκι ροδέλλας
Subscribe
0 Comments


