Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

route στα ελληνικά
route
λέγεται
ρουτ
.
route
σημαίνει στα ελληνικά
δρόμος / πορεία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- route : αυτοκινητόδρομος/λεωφόρος
- route : δρόμος/πορεία
- voie / route : οδόστρωμα οχημάτων
- cap / route : πορεία
- route : διαδρομή
- AIPCR / association mondiale de la route : AIPCR / Διεθνής 'Ενωση Συνεδρίων Οδικών Μεταφορών
- AETR / Accord européen relatif au travail des équipages des véhicules effectuant des transports internationaux par route : AETR / Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την εργασία των πληρωμάτων των οχημάτων που εκτελούν διεθνείς οδικές μεταφορές
- ERSO / Observatoire européen de la sécurité routière : Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Οδικής Ασφάλειας
- garde / conducteur : ελεγκτής εισιτηρίων κατά τη διάρκεια της διαδρομής
- piste / route en terre : Καρόδρομος χωματόδρομος πίστα
Subscribe
0 Comments


