Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

rustique στα ελληνικά
rustique
λέγεται
ρυστίκ
.
rustique
σημαίνει στα ελληνικά
υπαίθριος / ρουστίκ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- makhorka / tabac rustique : καπνός N. Rustica
- tabac rustique : καπνός N.RUSTICA
- armure rustique : υφαντό
- bruant rustique : δασοτσίχλονο
- luzerne rustique : μηδική η μέση
- race ovine rustique : προβατοειδές τοπικής φυλής
- race ovine rustique : άγρια φυλή προβατοειδών
Subscribe
0 Comments


