Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

saccadé στα ελληνικά
saccadé
λέγεται
σακαντέ
.
saccadé
σημαίνει στα ελληνικά
με κοψίματα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- saccades : τραντάγματα
- avance saccadée / avance par à-coups : παλμική πρόωση
- mouvement saccadé : διακεκομμένη κίνηση
- respiration saccadée : σπασμωδική αναπνοή
- instabilité à saccades / instabilité d'onde d'Alfvén : αστάθεια από κύμα Alfven
Subscribe
0 Comments


