Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sacrifier στα ελληνικά
sacrifier
λέγεται
σακριφιέ
.
sacrifier
σημαίνει στα ελληνικά
θυσιάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- anode active / anode sacrifiée : ανόδιο ψευδαργύρου / προστατευτικό ανόδιο
- prix sacrifié : οριακή τιμή
- manque à gagner / recettes sacrifiées : διαφυγόντα εισοδήματα
- recettes sacrifiées : διαφυγόντα δημοσιονομικά έσοδα
- recettes publiques sacrifiées : διαφυγόντα δημοσιονομικά έσοδα
- animal sacrifié à l'état moribond : ετοιμοθάνατο ζώο που θανατώθηκε
- sacrifié selon une méthode humaine : θανάτωση με μη βάναυσο τρόπο
- programme public financé par des fonds publics (y compris les recettes publiques sacrifiées) : κυβερνητικό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από πόρους του δημοσίου (συμπεριλαμβανομένων των διαφυγόντων δημοσιονομικών εσόδων)
Subscribe
0 Comments


