Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sangle στα ελληνικά
sangle
λέγεται
σανγκλ
.
sangle
σημαίνει στα ελληνικά
ιμάντας / λουρί
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sangle : ιμάντας
- sangle : εύκαμπτος αρμός
- sangle / bande de protection : ταινία σύσφιγξης / προστατευτική ταινία
- sangle : ζώνη / λουρί
- SOA / sangle d'ouverture automatique : στατικός ιμάντας αλεξιπτώτου
- sangle tissée / courroie tissée : υφαντός ιμάντας
- lait sanglant : αιματόχρουν γάλα
- frein à bande / frein à ruban : ταινιοπέδη
Subscribe
0 Comments


