Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

satisfaction στα ελληνικά
satisfaction
λέγεται
σατισφαξιόν
.
satisfaction
σημαίνει στα ελληνικά
ικανοποίηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- satisfaction : ικανοποίηση
- lettre de satisfaction : ευαρέσκεια
- satisfaction d'un besoin : ικανοποίησις των αναγκών
- satisfaction de contraintes : ικανοποίηση περιορισμού
- satisfaction dans le travail : επαγγελματική ικανοποίηση / ικανοποίηση από την εργασία
- satisfaction des besoins du ménage : ικανοποίηση των αναγκών του νοικοκυριού
- degré de satisfaction des utilisateurs : βαθμός ικανοποίησης των χρηστών
- clause relative à la non-satisfaction des demandes : ρήτρα περί μη απαίτησης
Subscribe
0 Comments


