Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

saturation στα ελληνικά
saturation
λέγεται
σατυρασιόν
.
saturation
σημαίνει στα ελληνικά
κορεσμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- saturation : κορεσμός
- saturation : κόρος
- saturation : κόρος / κορεσμός
- saturation : διαπότιση
- engorgement / engorgement d'un sol : κορεσμός του εδάφους σε νερό
- trempage / saturation d'eau : εμβάπτιση/διαβροχή
Subscribe
0 Comments


