Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

saule στα ελληνικά
saule
λέγεται
σολ
.
saule
σημαίνει στα ελληνικά
ιτιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- griset / argousier : ελέαγνος
- osier brun / saule mandrier : ιτέα η τρίανδρος / ιτέα η αμυγδαλόφυλλος
- saule blanc / osier commun : λυγιά / ιτιά η λευκή
- lagopède rouge / lagopède d'Ecosse : χιονόκοτα
- liber de saule : φλοιός ιτιάς / στέλεχος ιτιάς
- mésange boréale / mésange alpestre : βουνοπαπαδίτσα
- galeruque du saule : σκαθάρι των φύλλων της ιτιάς
- galeruque du saule : σκαθάρι της ιτιάς
- cécidomyie du saule : καταστρεπτική κηκιδόμυγα της ιτιάς
- lagopède des saules : βαλτοχιονόκοτα
Subscribe
0 Comments


