Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sauter στα ελληνικά
sauter
λέγεται
σοτέ
.
sauter
σημαίνει στα ελληνικά
πηδάω / πετάγομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sauter / exploser : ανατινάζω
- bride / sauté : πήδημα νημάτων στο στημόνι ή το υφάδι
- zone sautée : επιφάνεια υπερπήδησης
- faire sauter : εξορύσσω / προκαλώ έκρηξη
- faire sauter : ανατινάζω / δυναμιτίζω
- duite sautée / duite manquante : απουσία υφαδιάς
- saute du vent : μεταστροφή ανέμου
- noeud sautant / noeud vicieux : χαλαρός ρόζος
- saute de vent / changement de vent : άλμα ανέμου
- saute de vent : αλλαγή ανέμου
Subscribe
0 Comments


