Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

scinder στα ελληνικά
scinder
λέγεται
σενντέ
.
scinder
σημαίνει στα ελληνικά
διαχωρίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tarif scindé : τμηματικό τιμολόγιο
- trafic scindé / trafic plurimodal : συγκοινωνία με ανταπόκριση
- trafic scindé : κυκλοφορία με διαφορετική τιμολόγηση
- treuil scindé : βίντσι ανεξάρτητης κίνησης / βαρούλκο ανεξάρτητης κίνησης
- taxation scindée : τιμολόγηση τμηματική
- établissement scindé : διασπώμενο ίδρυμα
- section neutre scindée : χωρισμένο ουδέτερο τμήμα
- scinder le connaissement : σπάζω τη φορτωτική / διαιρώ τη φορτωτική
Subscribe
0 Comments


