Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

scolarisation στα ελληνικά
scolarisation
λέγεται
σκολαριζασιόν
.
scolarisation
σημαίνει στα ελληνικά
φοίτηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- scolarisation : σχολική φοίτηση
- éducation préprimaire / enseignement préprimaire : προσχολική εκπαίδευση / προ-πρωτοβάθμια εκπαίδευση
- CEFISEM / Centre de formation et d'information des personnels concernés par la scolarisation des enfants de migrants : Κέντρο εκπαίδευσης και ενημέρωσης του προσωπικού που ασχολείται με τη σχολική φοίτηση των παιδιών των διακινούμενων εργαζομένων
- aide à la scolarisation obligatoire : παροχή κινήτρων για την υποχρεωτική σχολική φοίτηση
- période de scolarisation obligatoire : περίοδος υποχρεωτικής εκπαίδευσης
- scolarisation des enfants immigrants : σχολική φοίτηση των τέκνων των διακινουμένων εργαζομένων μεταναστών
- scolarisation des enfants de parents exerçant des professions itinérantes : σxολική φοίτηση των παιδιών των οποίων οι γονείς είναι περιοδεύοντες επαγγελματίες
Subscribe
0 Comments


