Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

scorbut στα ελληνικά
scorbut
λέγεται
σκορμπύτ
.
scorbut
σημαίνει στα ελληνικά
σκορβούτο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- scorbut infantile / rachitisme hémorragique : αιμορραγική ραχίτις
- kératose folliculaire du scorbut : τριχοειδής σκορβουτική κεράτωσις
Subscribe
0 Comments


