Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

score στα ελληνικά
score
λέγεται
σκορ
.
score
σημαίνει στα ελληνικά
σκορ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- score : βαθμός / αποτέλεσμα
- scorage / évaluation par score : αξιολόγηση φερεγγυότητας
- lod score / logarithme du rapport des cotes : βαθμολογία lod / βαθμολογία λογάριθμου του κλάσματος των πιθανοτήτων
- score brut : αρχικό αποτέλεσμα
- score d'Apgar / indice d'Apgar : δείκτης APGAR
- credit scoring / évaluation du risque de crédit : βαθμολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας
- score de Karnofsky / indice de Karnofsky : δείκτης Karnofsky
- mécanisme des scores / mécanisme de valutation : μηχανισμός βαθμολόγησης
Subscribe
0 Comments


