Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

scout στα ελληνικά
scout
λέγεται
σκουτ
.
scout
σημαίνει στα ελληνικά
πρόσκοπος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- OMMS / Organisation mondiale du mouvement scout : ΠΟΠ / Παγκόσμια Οργάνωση Προσκόπων
- bâton de boy-scouts : ράβδος προσκόπου
- couteau de boy-scout : μαχαίρι προσκοπικό
Subscribe
0 Comments


