Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

scrupule στα ελληνικά
scrupule
λέγεται
σκρυπύλ
.
scrupule
σημαίνει στα ελληνικά
συνείδηση / ενδοιασμός / sans scrupule ασυνείδητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- scrupule de confession : ιδεοληπτικοί ενδοιασμοί και τύψεις που οδηγούν εις ομολογίαν
Subscribe
0 Comments


