Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

séance στα ελληνικά
séance
λέγεται
σεάνς
.
séance
σημαίνει στα ελληνικά
συνεδρίαση / παράσταση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- séance : συνεδρίαση
- plénière / séance plénière : ολομέλεια
- hémicycle / salle des séances : αίθουσα συνεδριάσεων
- plénière / séance plénière : ολομέλεια
- DS / document de séance : έγγραφο συνεδρίασης
- THS / transaction hors séance : συναλλαγή μετά το κλείσιμο της αγοράς
- THS / transaction hors séance : συναλλαγές εκτός χρηματιστηρίου
- rap session / séance improvisée : άτυπη σύνοδος / άτυπη συνεδρίαση
Subscribe
0 Comments


