Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

secte στα ελληνικά
secte
λέγεται
σεκτ
.
secte
σημαίνει στα ελληνικά
αίρεση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- secte : σέκτα / θρησκευτική μερίδα
- sectes et cultes religieux : θρησκευτικά δόγματα και αιρέσεις
Subscribe
0 Comments


