Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sédentaire στα ελληνικά
sédentaire
λέγεται
σενταντέρ
.
sédentaire
σημαίνει στα ελληνικά
όχι νομάς
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sédentaire : μόνιμος
- sédentaire : εδραίος / μόνιμος
- travail assis / travail sédentaire : καθιστική εργασία
- personnel fixe / personnel stable : μόνιμο προσωπικό
- agent sédentaire : υπάλληλος μόνιμος / υπάλληλος σε μόνιμη θέση
- espèce sédentaire : καθιστικό είδος
- bureau sédentaire : εδραίο γραφείο
- poisson sédentaire : μη μεταναστευτικά ψάρια
- employé sédentaire : υπάλληλος μη υποκείμενος σε μετάθεση
- activité sédentaire : καθιστική εργασία
Subscribe
0 Comments


