Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

séjourner στα ελληνικά
séjourner
λέγεται
σεζουρνέ
.
séjourner
σημαίνει στα ελληνικά
διαμένω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- APS / ASP : APS / ASP
- séjourner dans un des Etats membres : διαμένουν σε ένα από τα Kράτη μέλη
- droit de circuler et de séjourner librement sur le territoire des États membres : δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών
Subscribe
0 Comments


