Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

seller στα ελληνικά
seller
λέγεται
σελέ
.
seller
σημαίνει στα ελληνικά
σελώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- seller : σελώνω
- embase / semelle : πλάκα στήριξης
- selle : σέλα
- selle : σέλλα / εφίππιο
- selle : σέλλα
- selle / selle de rail : πλάκα έδρασης σιδηροτροχιάς
- RSOS / hémocult : αναζήτηση λανθάνουσας αιμορραγίας στα κόπρανα
- selle / selle de mouton : νεφραμιά αρνίσια διπλή
- siège selle / siège à enfourcher : κάθισμα ιππαστί
- couvre-selle : κάλυμμα σέλας
Subscribe
0 Comments


