Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

semence στα ελληνικά
semence
λέγεται
σεμάνς
.
semence
σημαίνει στα ελληνικά
σπόρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- semence : μονάδα σπόρου
- semence : σπόρος
- semence : σπόρος (για σπορά) [προϊόν]
- semence : καρφί / σπράγγα
- semence / blanc de champignon : σπόρος / μυκήλιο
- semence : στοιχείο πυρηνικού καυσίμου αυξημένου εμπλουτισμού
- enrobage / enrobage des semences : ένδυση σπόρου
- semences : σπόροι προς σπορά
- semoir / distributeur de semences : σπαρτική μηχανή
- paillette / paillette de semence : άχυρο
Subscribe
0 Comments


