Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

semoule στα ελληνικά
semoule
λέγεται
σμουλ
.
semoule
σημαίνει στα ελληνικά
σιμιγδάλι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- semoule : σιμιγδάλι
- sucre semoule / sucre en poudre : ζάχαρη ψιλή
- semoule de blé dur : σιμιγδάλι του σκληρού σιταριού
- gruaux et semoules : πλιγούρια και σιμιγδάλια
- semoule au bouillon : μουσκεμένο σιμιγδάλι
- farine et semoule d'arrow-root : άλευρο και σιμιγδάλι αρραρούτης
Subscribe
0 Comments


