Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sens στα ελληνικά
sens
λέγεται
σανς
.
sens
σημαίνει στα ελληνικά
αίσθηση / κατεύθυνση / νόημα / έννοια / σημασία / sens unique μονόδρομος / bon sens λογική
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sen / sunn : ευρυγάστρος των σιτηρών
- TMPS / temps moyen de propagation dans un seul sens : μέσος χρόνος μονοκατευθυντικής διάδοσης
- goût / sens gustatif : αισθητήριο γεύσης
- mixte / utilisé dans les deux sens : αμφίδρομος
- ordre / sens de l'ordre : οργανωτική ικανότητα
- SIH / sens inverse horaire : αντίθετης φοράς των δεικτών ωρολογίου
- mixte / à double sens : αμφίδρομος / αμφικατευθυντικό
- sens T : φορά T
- sens N : φορά N
- odorer / sentir : οσφραίνομαι
Subscribe
0 Comments


