Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sentir στα ελληνικά
sentir
λέγεται
σαντίρ
.
sentir
σημαίνει στα ελληνικά
μυρίζω / αισθάνομαι / νιώθω / διαισθάνομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- odorer / sentir : οσφραίνομαι
- sens T : φορά T
- sens N : φορά N
- odorat / sens olfactif : αισθητήριο όσφρησης
- mixte / utilisé dans les deux sens : αμφίδρομος
- ordre / sens de l'ordre : οργανωτική ικανότητα
- sens AB : φορά AB
- mixte / à double sens : αμφίδρομος / αμφικατευθυντικό
- TMPS / temps moyen de propagation dans un seul sens : μέσος χρόνος μονοκατευθυντικής διάδοσης
- goût / sens gustatif : αισθητήριο γεύσης
Subscribe
0 Comments


