Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sévère στα ελληνικά
sévère
λέγεται
σεβέρ
.
sévère
σημαίνει στα ελληνικά
αυστηρός / σοβαρός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- SRAS / syndrome respiratoire aigu sévère : SARS / ΣΟΑΣ
- EMSN / syndrome de Dravet : βαριά βρεφική μυοκλονική επιληψία
- DICS / déficit immunitaire combiné sévère : σοβαρή περίπτωση συνδυασμένης ανοσοανεπάρκειας
- huile HD / huile pour service sévère : λάδι βαρέων χρήσεων
- forte rampe / rampe prononcée : ισχυρή ανηφοριά / μεγάλη ανηφοριά
- taille sévère : αυστηρό κλάδεμα / αυστηρή κλάδευση
- surtension sévère : ανώμαλη υπέρταση
- huile pour service sévère : λάδι μεγάλης αντοχής
- maladie de Werdnig-Hoffmann / amyotrophie spinale progressive de type I : SMA I / νόσος Werdnig-Hoffman
- phénoménologie des accidents sévères : φαινομενολογία σοβαρών ατυχημάτων
Subscribe
0 Comments


