Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

simplement στα ελληνικά
simplement
λέγεται
σενπλεμάν
.
simplement
σημαίνει στα ελληνικά
απλώς / απλούστατα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- à appui simple / simplement apuyé : απλής στήριξης
- cuir simplement tanné : δέρμα μόνο δεψημένο
- bois simplement équarri : ξυλεία ορθογωνισμένη
- papier simplement glacé : απλά στιλβωμένο χαρτί
- saumon simplement fumé en boîtes : απλώς καπνιστός σολομός σε κουτιά
Subscribe
0 Comments


