Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

simplification στα ελληνικά
simplification
λέγεται
σενπλιφικασιόν
.
simplification
σημαίνει στα ελληνικά
απλούστευση / απλοποίηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- simplification / simplification douanière : τελωνειακές απλουστεύσεις
- simplification : απλοποίηση / απλοποίηση εγγράφου
- SLIM / initiative SLIM : SLIM / απλούστευση της νομοθεσίας στον τομέα της εσωτερικής αγοράς
- Accord "Téléfax" / Accord de San Sebastian : Συμφωνία "Telefax" / Συμφωνία του Σαν Σεμπαστιάν
- Groupe Mandelkern / Groupe de travail consultatif de haut niveau (Groupe Mandelkern) sur la qualité de la réglementation : Ομάδα Mandelkern / Ομάδα Mandelkern σχετικά με τη διοικητική απλούστευση
- Convention de Kyoto / Convention internationale pour la simplification et l'harmonisation des régimes douaniers : Σύμβαση του Κυότο / Διεθνής Σύμβαση για την απλούστευση και την εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων
- Convention de Kyoto / convention internationale pour la simplification et l'harmonisation des régimes douaniers : σύμβαση του Κυότο / Διεθνής σύμβαση για την απλούστευση και εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων
- Convention de Kyoto / Convention internationale pour la simplification et l'harmonisation des régimes douaniers : Σύμβαση του Κυότο / Διεθνής σύμβαση για την απλούστευση και την εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων
- Compros / Comités de simplification des procédures du commerce international : Compros / Επιτροπές απλοποίησης των διαδικασιών του διεθνούς εμπορίου στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
- COMPRO / Comité pour la simplification des procédures du commerce international au sein de la Communauté européenne : COMPRO / Επιτροπή για την Απλοποίηση των Διαδικασιών του Διεθνούς Εμπορίου στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας
Subscribe
0 Comments


