Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

singe στα ελληνικά
singe
λέγεται
σενζ
.
singe
σημαίνει στα ελληνικά
πίθηκος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sidas / syndrome d'immunodéficience acquise du singe : Σ.Ε.Α.Π. / σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας πιθήκου
- STLV / virus STLV : ιός STLV / ιός λευχαιμίας Τ λεμφοκυττάρων του πιθήκου
- singes : πίθηκος
- Jacque / pain des singes : αρτόκαρπος / καρπός του jacquier
- nasique / singe au long nez : ρυγχοπίθηκος ο προσωπιδοφόρος
- lagothrix / lagotriche : λαγόθριξ
- singe-lion : λεοντοπίθηκος
- orchis singe : όρχις ο πιθηκοειδής
- cul de singe : μεγάλος ρόζος
- main de singe : χέρι πιθήκου
Subscribe
0 Comments


