Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

singularité στα ελληνικά
singularité
λέγεται
σενγκυλαριτέ
.
singularité
σημαίνει στα ελληνικά
ιδιορρυθμία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- singularité : ιδιοτροπία / ιδιαιτερότητα
- singularité de l'espace-temps : χωροχρονική παραδοξότητα
Subscribe
0 Comments


