Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

soja στα ελληνικά
soja
λέγεται
σοζά
.
soja
σημαίνει στα ελληνικά
σόγια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- soja : σόγια
- fève de soja / fève de soya : σπέρμα σόγιας
- fève de soja / graine de soja : σπέρμα σόγιας / σπόρος σόγιας
- lait de soja : γάλα σόγιας
- colle de soja / colle de graines de soja : κόλλα σόγιας
- colle de soja : κόλλα σόγιας
- huile de soja : σογιέλαιο / λάδι σόγιας
- farine de soja : αλεύρι από σόγια
- graines de soja : σπέρματα σόγιας
- puceron du soja : αφίδα της σόγιας
Subscribe
0 Comments


