Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

solution στα ελληνικά
solution
λέγεται
σολυσιόν
.
solution
σημαίνει στα ελληνικά
λύση / διάλυμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- solution : λύση
- solution : διάλυμα
- injection / solution injectable : ενέσιμος
- tampon aqueux / solution tampon : ρυθμιστικό διάλυμα
- gallisation / gallisage : προσθήκη ζάχαρης και (προσθήκη) νερού
- NH4OH / ammoniaque : ΝΗ4ΟΗ / υγρή αμμωνία
- ammoniaque / alcali volatil : αμμωνιακό λίπασμα / λίπασμα υπό μορφή αμμωνιακού διαλύματος
- palliatif / rafistolage : μαγική λύση / προφανής λύση
- SALIS / solution intérimaire en matière de transport aérien stratégique : προσωρινή λύση για τη στρατηγική αεροπορική μεταφορά
- STP / SSTP : PBS / ρυθμιστικό διάλυμμα φωσφορικών
Subscribe
0 Comments


