Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sombrer στα ελληνικά
sombrer
λέγεται
σονμπρέ
.
sombrer
σημαίνει στα ελληνικά
βυθίζομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- couler / sombrer : βυθίζομαι
- couler / sombrer : βυθίζομαι / καταποντίζομαι
- sciaphyte / plante de sombre : σκιόφιλο φυτό
- viande DFD / viande acide : κρέας με σκοτεινή επιφάνεια τομής
- mérou commun / mérou sombre : ροφός
- nilas sombre : βαθύχρωμο nilas
- champ sombre : σκοτεινό πεδίο
- ophrys sombre : οφρύς η μελανή
Subscribe
0 Comments


