Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sommeil στα ελληνικά
sommeil
λέγεται
σομέιγ
.
sommeil
σημαίνει στα ελληνικά
ύπνος / νύστα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sommeil : ύπνος
- kaodzera / maladie du sommeil de Rhodésie : Kaodzera / Ροδεσιανή τρυπανοσωμίασις
- SAOS / syndrome d'apnée obstructive du sommeil : σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας του ύπνου
- sommeil lent : αργός ύπνος
- traitement par le sommeil / hypnothérapie : θεραπεία με υπνωτισμό
- sommeil paradoxal : παράδοξος ύπνος
- trouble du sommeil : διαταραχή του ύπνου
- trouble du sommeil / perturbation du sommeil : διαταραχή του ύπνου
- trouble du sommeil : διαταραχή ύπνου
- dossier en sommeil : αδρανής φάκελος
Subscribe
0 Comments


