Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sorcier στα ελληνικά
sorcier
λέγεται
σορσιέ
.
sorcier
σημαίνει στα ελληνικά
μάγος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- hamamélis / hamamélis de Virginie : αμαμηλίς η βιργιανή / αμαμηλίς η βιργίνιος
- sorcière : "μαγικός" καθρέπτης / καθρέπτης σμίκρυνσης
- rond de sorcière : νεραϊδοπάτημα
- lait de sorcière : νεογνικό έκκριμα από τους μαστούς
- balai de sorcière : ταφρίνα / σκούπα της μάγισσας
- verveine sauvage / herbe aux sorciers : βερβένα / αϊγιάννης
- balai de sorcière : σκούπα μάγισσας
- balai de sorcière : σκούπα της μάγισσας
Subscribe
0 Comments


