Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

sortie στα ελληνικά
sortie
λέγεται
σορτί
.
sortie
σημαίνει στα ελληνικά
έξοδος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- sortie / produit : Προϊόν
- sortie : αποχώρησις / παραίτησις
- borne / sortie : ακροδέκτης
- sortie / extraction : output / διαδικασία εξαγωγής
- sortie : έξοδος
- sortie : έξοδος στάσης
- départ / sortie : μείωση
- sortie / éjection : έξοδος
- sortie / extraction des données d'une mémoire : έξοδος αποθήκης
- exit / sortie : έξοδος από το σύστημα
Subscribe
0 Comments


