Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

souche στα ελληνικά
souche
λέγεται
σους
.
souche
σημαίνει στα ελληνικά
στέλεχος / καταγωγή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- souche / souche microbienne : μικροβιακό στέλεχος
- souche : στέλεχος
- souche / variété : ποικιλία / στέλεχος
- souche / culture pilote : κατευθυντήρια καλλιέργεια
- souche : πρέμνο
- souche / bande-mère : μάστερ
- étoc / estoc : ρίζα,πρέμνον νεκρού δένδρου,κοπέντος εις πολύ ύψος
- cep / souche : πρέμνο
Subscribe
0 Comments


