Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

souci στα ελληνικά
souci
λέγεται
σουσί
.
souci
σημαίνει στα ελληνικά
σκοτούρα / έννοια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- populage / souci d'eau : κάλθα η ελοχαρής
- intégration des questions d'égalité entre les hommes et les femmes / intégration dans les différentes politiques des questions d'égalité entre les hommes et les femmes : ένταξη της ισότητας των φύλων / ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των δύο φύλων
- cause de soucis : πηγή (λόγος) ανησυχίας/...προκαλεί (γεννά) ανησυχία
- souci officinal : κίτρινη μαργαρίτα / καλένδουλα η φαρμακευτική
- souci des champs : καλεντούλα / καλένδουλα η άγρια
- souci des jardins : καλέντουλα / κίτρινη μαργαρίτα
- souci de protection sociale : μέριμνα κοινωνικής προστασίας
- dans un souci de clarté et de rationalité : για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού
Subscribe
0 Comments


