Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

souffrant στα ελληνικά
souffrant
λέγεται
σουφράν
.
souffrant
σημαίνει στα ελληνικά
αδιάθετος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- secteur souffrant de surcapacité : βιομηχανία με πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα
- allocation aux personnes souffrant d'un retard mental grave : επίδομα βαρειά νοητικά καθυστερημένων
- denrées alimentaires pour personnes souffrant d’intolérance au gluten : τρόφιμα για άτομα με δυσανεξία στη γλουτένη
Subscribe
0 Comments


