Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

spécimen στα ελληνικά
spécimen
λέγεται
σπεσιμέν
.
spécimen
σημαίνει στα ελληνικά
δείγμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- spécimen : άτομο ενός είδους
- spécimen / exemplaire de lancement : δείγμα / προαντίτυπο
- spécimen : δείγμα
- spécimen : υπόδειγμα
- numéro spécimen : τεύχος-δείγμα / δοκιμαστικό τεύχος
- spécimen de billet : υπόδειγμα εισιτηρίου
- spécimen travaillé : επεξεργασμένο δείγμα
- autoclave multi-spécimens : αυτόκλειστο πολλαπλών δοκιμίων
- banque de spécimens de sol : τράπεζα δειγμάτων εδάφους
Subscribe
0 Comments


